Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

ΕΙΣΒΟΛΗ ΞΕΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ (ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ)

Aquatic invasive species are plants and animals that evolved in one location and are introduced through a variety of means into another location. 
Species have always used the oceans to move about the planet. By swimming or hitching a ride on a log, leaf, or coconut, organisms have found new worlds in which to thrive. But until recently, this process has been moderate, limited by the currents and the winds. 
Since humans first took to the seas, though, intrepid stowaways have had ever expanding vehicles for dispersing themselves both faster and farther. The result is an increasing number of ocean ecosystems, primarily near shorelines, that are being compromised or wiped out by non-native species. 
What Are They? 
An invasive, or non-native, aquatic species can be any organism that exists somewhere in or near water where it doesn't belong. When an alien species like this arrives in a new location, several things can happen: It can find its new habitat unwelcoming and die off; it can survive with little environmental impact; or it can take over, harming the naturally existing wildlife in a variety of ways. 
Invasive species that thrive usually do so because their new habitat lacks natural predators to control their population. They do damage mainly by consuming native species, competing with them for food or space, or introducing disease. 
One infamous example is the zebra mussel, accidentally introduced by a cargo ship into the North American Great Lakes from the Black Sea in 1988. The tiny mollusk multiplied uncontrollably, starving out many of the Great Lakes' native mussel populations and interfering with human structures from factory intake pipes to ship rudders. They've now spread from Canada to Mexico and are considered a major nuisance species. Hundreds of millions of dollars are spent annually to control their numbers. 
How Do They Get There? 
Most marine invasive species stow away in ship ballast. Large boats have tanks in their hulls that are filled with seawater to counterbalance cargo weight. Boats draw in water at their loading port, in some cases more than 20 million gallons (75 million liters). When the ship arrives at its destination, it releases the ballast—along with whatever species happen to be inside, from schools of fish to microscopic organisms. And these days, there's plenty of opportunity for hitchhiking species. Some 45,000 cargo ships move more than 10 billion tons of ballast water around the world each year. 
Invasive species also hitch rides on the outside of ship hulls and on the millions of tons of plastics and other trash that floats around the globe in ocean currents.
Pets acquired through the aquarium and exotic pet trade—and then released—can become invasive species, as can escapees from aquaculture farms. 
And ongoing sea temperature rise caused by global warming is allowing non-native species to populate ocean habitats that were once too cold to be hospitable. 
Combating Invasives
To combat invasive species, governments are focusing on how they handle ship ballast. New regulations in a handful of countries require ships to exchange their ballast water while out at sea or treat it to kill stowaway species before they are released.

 

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΦΩΚΙΑ


Η μεσογειακή φώκια μοναχός (Monachus monachus), είναι το ένα από τα δύο εναπομείναντα είδη φώκιας μοναχού της οικογένειας των φωκιδών. Κάποτε ήταν εξαπλωμένη σε όλες τις ακτές τις Μεσογείου, της Μαύρης Θάλασσας και του ανατολικού Ατλαντικού. Σήμερα, με αριθμό μικρότερο από 600 ζώα, συγκαταλέγεται στα σπανιότερα και πλέον απειλούμενα ζωικά είδη του πλανήτη και χαρακτηρίζεται ως κρισίμως κινδυνεύον με αφανισμό από την Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης. Ο μισός περίπου πληθυσμός, γύρω στα 250-300 άτομα, ζει στην Ελλάδα.
Ονομασία
Στις ραψωδίες Δ' και Ο' της Οδύσσειας γίνεται αναφορά σε αυτήν στον πληθυντικό ως φκαι. Αργότερα ο Αριστοτέλης μελέτησε και περιέγραψε διεξοδικά την φώκη στο έργο του Τν περ τ ζα στοριν.
Ο Γάλλος ζωολόγος Ζαν Ερμάν περιέγραψε πρώτος, στην σύγχρονη εποχή, την μεσογειακή φώκια από τον ολότυπο της συλλογής του. Ονόμασε το είδος Phoca monachus (φώκια μοναχός), πιθανόν λόγω κάποιας ομοιότητας που διέκρινε με τους καλόγερους και όχι σύμφωνα με παλαιότερες αντιλήψεις λόγω του μοναχικού χαρακτήρα του είδους: οι δίπλες που σχηματίζει στο δέρμα της στην περιοχή του λαιμού, ίσως θυμίζουν τις πτυχές από την κουκούλα και το ράσο των μοναχών. Ο Τζον Φλέμινγκ κράτησε το όνομα monachus αλλά το αναβάθμισε σε γένος με ομώνυμο ειδικό Monachus monachus.
Περιγραφή
Το μήκος των ενήλικων ζώων κυμαίνεται μεταξύ 2-3 μέτρων, ενώ το βάρος τους φθάνει έως και τα 350 κιλά, με τα θηλυκά να είναι λίγο μικρότερα από τα αρσενικά. Το σώμα τους καλύπτεται από στιλπνό τρίχωμα, μήκους περίπου μισού εκατοστού. Το χρώμα τους ποικίλλει από ανοιχτό γκρίζο και μπεζ στα θηλυκά μέχρι σκούρο καφέ και μαύρο στα αρσενικά, πολλές φορές διάστικτο και με ανοιχτόχρωμα σημεία στον αυχένα, τον λαιμό και την κοιλιά. Στα αρσενικά είναι ιδιαίτερα εμφανής και ευδιάκριτη η λευκή κηλίδα στην κοιλιά.
Οι μεσογειακές φώκιες ζουν μέχρι και 45 χρόνια, αν και ο μέσος όρος είναι γύρω στα 20, ενώ η σεξουαλική ωριμότητα ξεκινά στον 5ο. Ζευγαρώνουν στο νερό και γεννούν κάθε 2 χρόνια -μετά από κύηση 10 μηνών και πάντα στην στεριά- συνήθως ένα μικρό, σπανιότερα δύο. Το νεογέννητο έχει μήκος περίπου 1 μέτρο, ζυγίζει γύρω στα 15 κιλά και είναι ήδη ικανό να κολυμπήσει. Το δέρμα του καλύπτεται από μακρύ σκούρο τρίχωμα μήκους έως και 1,5 εκατοστά. Το τρίχωμα αυτό αντικαθίσταται μέσα σε δύο μήνες από το κοντό τρίχωμα των ενήλικων ζώων. Στην κοιλιά υπάρχει μία μεγάλη λευκή κηλίδα σαν μπάλωμα, της οποίας το σχήμα διαφέρει χαρακτηριστικά σε κάθε φώκια αλλά και μεταξύ των δύο φύλων. Η γαλουχία διαρκεί περίπου τρεις με τέσσερις μήνες και μετά αρχίζει σιγά-σιγά να κυνηγά και να βρίσκει την τροφή του. Την περίοδο αυτήν και σε αντίθεση με άλλα είδη φώκιας, η μητέρα αφήνει το μικρό της μόνο του για κάποιες ώρες προς αναζήτηση τροφής.
Έχει παρατηρηθεί πως είναι πολυγυνικές, δηλαδή ένα ενήλικο αρσενικό διατηρεί ένα χαρέμι και ζευγαρώνει με περισσότερα από ένα θηλυκά. Η γέννα λαμβάνει χώρα σε απομονωμένη σπηλιά με έξοδο προς την παραλία, αν και από παλιές περιγραφές έως και τον 18ο αιώνα φαίνεται πως γεννούσαν στις ανοιχτές αμμουδιές.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναπαραγωγική περίοδος καθώς γεννιούνται μικρά καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου. Οι περισσότερες γεννήσεις όμως καταγράφονται μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου. Την ίδια περίοδο πλημμυρίζουν και συχνότερα οι σπηλιές λόγω των φθινοπωρινών καιρικών συνθηκών και θαλασσοταραχών, με αποτέλεσμα τα ποσοστά θνησιμότητας των νεογνών να είναι μεγάλα.
Διατροφή
Το θαλάσσιο περιβάλλον της Μεσογείου, όπου ζει μεγάλη ποικιλία ειδών αλλά σε μικρούς σχετικά αριθμούς, φαίνεται να ευνοεί την διατροφική προσαρμογή της φώκιας, η οποία δε δείχνει κάποια προτίμηση σε συγκεκριμένα είδη. Αντιθέτως τρέφεται με μια ποικιλία από οστεϊχθύες, όπως σαργούς, συναγρίδες, γόπες, μπαρμπούνια και κεφαλόποδων όπως χταπόδια, σουπιές και καλαμάρια, αλλά και καρκινοειδή όπως καβούρια.

http://bits.wikimedia.org/static-1.23wmf15/skins/common/images/magnify-clip.png
Αποικία μεσογειακής φώκιας στο Λευκό Ακρωτήριο το 1945
Ενδιαίτημα
Σε σχέση με άλλα είδη φωκών, η μεσογειακή φώκια μπορεί να θεωρηθεί «παράκτιο είδος», καθώς φαίνεται ότι κινείται και κυνηγά την τροφή της κοντά στις ακτές και κυρίως ριχότερα από την ισοβαθή των 200 μέτρων. Μέγιστος χρόνος κατάδυσης είναι 15-20 λεπτά. Οι περισσότερες καταδύσεις όμως γίνονται σε βάθος 30-40 μέτρα και διαρκούν γύρω στα 5-10 λεπτά. Έχουν πάντως την ικανότητα να καλύψουν σημαντικές αποστάσεις μέσα σε λίγες εβδομάδες ή λίγους μήνες.
Η κατανομή της στον ελλαδικό χώρο είναι πολύ μεγάλη, αν και περιορισμένη αριθμητικά. Δείχνει σαφή προτίμηση σε απομονωμένες, βραχώδεις και δυσπρόσιτες νησίδες ή παράκτιες περιοχές.
Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι οι Μεσογειακές φώκιες συνήθιζαν να χρησιμοποιούν ανοιχτές παραλίες για να ξεκουράζονται και να γεννάνε. Σήμερα όμως, λόγω τις ανθρώπινης όχλησης και τις καταστροφής του φυσικού της χώρου έχει αποτραβηχτεί κυρίως σε απρόσιτες παράκτιες θαλασσινές σπηλιές. Οι σπηλιές αυτές, που μπορεί να έχουν μία ή και περισσότερες εισόδους πάνω ή και κάτω από την επιφάνεια του νερού έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι καταλήγουν σε παραλία (χερσαίο, σχετικά επίπεδο χώρο με άμμο, βότσαλα, κροκάλες είτε επίπεδο βράχο).
Κατάσταση
Κάποτε η μεσογειακή φώκια ήταν εξαπλωμένη από τις ακτές της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας έως την βορειοδυτική ακτή της Αφρικής στον Ατλαντικό, μέχρι και τις Αζόρες.
Η δραματική μείωση του πληθυσμού οφείλεται κυρίως στον ανθρώπινο παράγοντα, από όλες του τις πλευρές. Από την αρχαιότητα κυνηγούνταν για εμπορικούς σκοπούς λόγω του δέρματος και του λίπους της. Οι Ρωμαίοι τις χρησιμοποιούσαν και για ψυχαγωγικούς λόγους στις ρωμαϊκές αρένες. Στο Αιγαίο παλιότερα έφτιαχναν από το δέρμα τους σανδάλια και ζώνες και το λίπος το χρησιμοποιούσαν στην παρασκευή κάποιου ματζουνιού. Επίσης καταδιώκεται ως βλαβερό ζώο από τους ψαράδες λόγω της ζημιάς που μπορεί να προκαλέσει στα δίχτυα τους όταν μπλεχτεί σ' αυτά. Η ηθελημένη θανάτωσή τους από τον άνθρωπο στις ελληνικές θάλασσες, παραμένει η πρωταρχική αιτία θανάτου για τα ενήλικα άτομα του είδους.
Ο θάνατος φωκών από την παγίδευση τους σε αλιευτικά εργαλεία είναι πολύ συχνό φαινόμενο στις περισσότερες περιοχές εξάπλωσης του είδους. Τα ζώα παγιδεύονται και πνίγονται κυρίως σε στατικά δίχτυα που χρησιμοποιούνται ευρέως από την παράκτια αλιεία. Στοιχεία έρευνας στην Ελλάδα αποδεικνύουν ότι το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στα ανήλικα και άρα περισσότερο άπειρα άτομα. Υπεραλίευση και παράνομη αλιεία έχουν οδηγήσει σε σημαντική μείωση τα ιχθυαποθέματα ώστε οι φώκιες να δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν αρκετή τροφή από το φυσικό τους στοιχείο.[8] Παράλληλα ραγδαία αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού και η αστικοποίηση μαζί με την άνοδο του παραθαλάσσιου και θαλάσσιου τουρισμού υποβάθμισαν τον βιότοπο της μεσογειακής φώκιας και την εκδίωξαν από τις ανοιχτές παραλίες.
Σήμερα έχει κηρυχθεί είδος κρισίμως κινδυνεύον με αφανισμό. Ο συνολικός πληθυσμός υπολογίζεται σε λιγότερα από 600 ζώα διεσπαρμένα σε τέσσερις απομονωμένους θύλακες στα νησιά Μαδέρα (25-35 άτομα), στο Λευκό Ακρωτήριο της Μαυριτανίας (130 άτομα) στον Ατλαντικό, στις Μεσογειακές ακτές Μαρόκου και Αλγερίας και στην Ανατολική Μεσόγειο (Αιγαίο και Ιόνιο Πέλαγος). Μόνο δύο από τους θύλακες μπορούν να θεωρηθούν βιώσιμοι: ο ένας στο Αιγαίο Πέλαγος που αριθμεί περίπου 300 φώκιες στην Ελλάδα (στις Β. Σποράδες, την Κίμωλο και την Κάρπαθο)και 100 στην Τουρκία. Ο άλλος στο Λευκό Ακρωτήριο, στην Μαυριτανία με 130 φώκιες. Οι δύο αυτές θέσεις βρίσκονται στα δύο ακραία σημεία της περιοχής εξάπλωσης της φώκιας και είναι αδύνατη η όποια επικοινωνία και ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ τους και ο εμπλουτισμός του γενετικού τους υλικού. Όλοι οι υπόλοιποι πληθυσμοί αριθμούν λιγότερα από 50 άτομα. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για σκόρπιες ομάδες μέχρι 5 ατόμων.
Τέτοιοι μικροί πληθυσμοί υπάρχουν στην Μαδέρα (περίπου 30 άτομα) και στα νησιά Ντεζέρτας στον Ατλαντικό, στην Κιλικία, στο Ιόνιο Πέλαγος. Στη δυτική Μεσόγειο υπάρχουν μόνο μικρές ομάδες στις αφρικανικές ακτές (Μαρόκο και Αλγερία) και πολύ σπάνιες θεάσεις στις Βαλεαρίδες Νήσους, στη Σαρδηνία και στο Γιβραλτάρ.
Στο Λευκό Ακρωτήριο (Ρας Νουαντίμπου) ζει η μεγαλύτερη ομάδα μεσογειακής φώκιας, και η μοναδική που έχει ακόμη μορφή αποικίας. Το καλοκαίρι του 1997 τα δύο τρίτα του πληθυσμού εξολοθρεύτηκαν μέσα σε δύο μήνες θέτοντας σε κίνδυνο τη δυνατότητα επιβίωσης του είδους. Η αιτία που προκάλεσε τον μαζικό θάνατο των ζώων και μείωσε τον πληθυσμό της αποικίας από 317 σε 130 άτομα φαίνεται είναι το φαινόμενο της άνθισης φυτοπλαγκτού και συγκεκριμένα η έκθεση των ζώων σε κάποια φυτοπλαγκτονική τοξίνη. Η αποικία υπολογίζεται πως αριθμεί σήμερα περί τα 150 άτομα και παραμένει η μεγαλύτερη ομάδα μεσογειακής φώκιας, όμως να τέτοιο φαινόμενο θα μπορούσε να αφανίσει όλον τον εναπομείναντα πληθυσμό.
Διατήρηση και προστασία

Φώκια κοντά στη Σέριφο. Φωτογραφήθηκε το 2007
Σημαντικό βήμα για την προστασία της μεσογειακής φώκιας και των βιοτόπων της αποτέλεσε η ανακήρυξη της περιοχής των Βορείων Σποράδων σε προστατευόμενη και η ίδρυση του Εθνικου Θαλάσσιου Πάρκου Αλοννήσου Βορείων Σποράδων (ΕΘΠΑΒΣ). Καθοριστική υπήρξε η συμβολή της μη κερδοσκοπικής, μη κυβερνητικής οργάνωσης ΜOm /Εταιρία για τη Μελέτη και Προστασία της Μεσογειακής Φώκιας στην οργάνωση και λειτουργία δραστηριοτήτων όπως η ενημέρωση του κοινού και η παρακολούθηση της κατάστασης του πληθυσμού της Μεσογειακής φώκιας, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του οργανισμού, τουλάχιστον 55 διαφορετικά ενήλικα ζώα έχουν αναγνωριστεί να συχνάζουν στην περιοχή του θαλάσσιου πάρκου, ενώ υπολογίζεται γεννιούνται άλλα οχτώ τον χρόνο.
Μέρος της δράσης της MOm είναι η ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των ντόπιων κατοίκων και ψαράδων όπως και η διάσωση και περίθαλψη άρρωστων, τραυματισμένων και ορφανών ζώων. Γι αυτόν τον λόγο δημιούργησε το Κέντρο Περίθαλψης Μεσογειακής Φώκιας στην Αλόννησο, το οποίο είναι το μοναδικό στη Μεσόγειο και λειτουργεί σε συνδυασμό με το δίκτυο διάσωσης και συλλογής πληροφοριών της MOm. Εκεί φιλοξενούνται μόνο τα νεογέννητα, κατά κύριο λόγο, ορφανά φωκάκια που χωρίστηκαν από τη μητέρα τους, συνήθως λόγω καιρικών συνθηκών. Η περίθαλψη των μεγαλύτερων ζώων γίνεται επί τόπου. Το δε Δίκτυο Διάσωσης και Συλλογής Πληροφοριών (RINT) βασίζεται σε μέλη από όλη την Ελλάδα, κατά πλειοψηφία μη ειδικούς, που αποστέλλουν τακτικά πληροφορίες και ενημέρωση από τις παράκτιες και νησιωτικές περιοχές.
Η Ελλάδα ετοιμάζεται να κηρύξει μια δεύτερη περιοχή στο Αιγαίο ως προστατευόμενο θαλάσσιο πάρκο με έναν από τους κύριους στόχους της πράξης αυτής την «προστασία και διατήρηση του σημαντικού πληθυσμού της απειλούμενης με εξαφάνιση Μεσογειακής φώκιας Monachus monachus». Θα ονομάζεται Περιφερειακό Θαλάσσιο Πάρκο Βόρειας Καρπάθου, νήσου Σαρίας και των Αστακιδονησίων (Π.Θ.Π.Β.Κ.Σ.Α) και θα περιλαμβάνει τις ήδη υπάρχουσες Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (ΕΖΔ) Καρπάθου-Σαρίας και Αστακιδονησίων του Δικτύου Natura 2000.

Φώκια της αποικίας του Λευκού Ακρωτηρίου εν πλω
Το άλλο θαλάσσιο πάρκο της χώρας είναι το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Ζακύνθου στο Ιόνιο Πέλαγος. Με βάση τα στοιχεία του WWF που πραγματοποίησε συστηματική καταγραφή πληθυσμού της φώκιας το 1991, βρίσκουνε καταφύγιο στην περιοχή 14-18 άτομα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο γνωστό πληθυσμό στο Ιόνιο.
Μαζί με τις δύο περιοχές στην Τουρκία, στη Φώκαια της Σμύρνης και στην Επαρχία της Μερσίνης, είναι τα μοναδικά προστατευόμενα καταφύγια της φώκιας στη μεσόγειο. Η ΜΚΟ SAD-DAFAG που δραστηριοποιείται στην περιοχή υπολογίζει τον αριθμό των ζώων σε περίπου 100.
Στον Ατλαντικό υπάρχει η προστατευόμενη περιοχή στα νησιά Ντεζέρτας της Μαδέρας, όπου φαίνονται ενθαρρυντικά σημάδια ανάκαμψης μετά από έντονες προσπάθειες προστασίας εκ μέρους της πορτογαλικής διαχειριστικής αρχής, και ο αριθμός έχει ανέβει στις 25-35 φώκιες. Νοτιότερα, στο Λευκό Ακρωτήρι το Μαροκινό Ναυτικό περιπολεί τη ζώνη όπου απαγορεύεται η αλιεία με σκοπό να μειωθεί η βασική αιτία θανάτου της φώκιας, τα δίχτυα των ψαράδων, και να διασωθεί η μεγαλύτερη ομάδα μεσογειακής φώκιας που αριθμεί 130 άτομα.

ΥΠΕΡΑΛΙΕΥΣΗ ΜΙΑ ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Kυανόπτερος τόνος Ρευστό ασήμι
.

Ο ταχύτατος και ρωμαλέος κυανόπτερος τόνος του Ατλαντικού είναι ιδανικός για σούσι και υπεραλιεύεται ανελέητα. Τη μια στιγμή ο υποθαλάσσιος κόσμος έχει ένα ομοιόμορφο γαλάζιο χρώμα και ο ήλιος φαντάζει σαν τρεμάμενος ζεστός δίσκος στην επιφάνεια του νερού, την άλλη ο ωκεανός γεμίζει με γιγάντιους ατρακτοειδείς κυανόπτερους τόνους. Λόγω της διάθλασης τα ανοιχτόχρωμα πλευρά τους τρεμοπαίζουν και σπινθηρίζουν από το ηλιακό φως, ενώ τα σταθερά τους πτερύγια -το μακρύ, κυρτό εδραίο πτερύγιο και το δεύτερο ραχιαίο πτερύγιο- αστράφτουν. Τα ουραία πτερύγια εξασφαλίζουν μεγάλη ταχύτητα και προωθούν το κοπάδι με ταχύτητα 10 κόμβων, που μπορεί να φτάσει τη μέγιστη τιμή των 25 κόμβων. Όμως, ξαφνικά εξαφανίζονται και ο ωκεανός αδειάζει πάλι. Οι «αληθινοί» τόνοι, του γένους Thunnus, είναι πανίσχυρα ψάρια με τελειοποιημένο σχήμα. Τα χαρακτηριστικά τους είναι το μεγάλο μέγεθος, η ικανότητα να διανύουν μεγάλες αποστάσεις, οι αποτελεσματικές κινήσεις προώθησης στο νερό, το ζεστό σώμα, τα μεγάλα βράγχια, η ικανότητα θερμορρύθμισης, η γρήγορη πρόσληψη οξυγόνου, τα υψηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης, η έξυπνη φυσιολογία της καρδιάς. Όλα αυτά κάνουν τον κυανόπτερο τόνο να υπερέχει.


τρεχαντήρι

Tο τρεχαντήρι είναι ιστιοφόρο σκάφος και αποτελεί το κατ' εξοχήν Yδραίικο σκαρί. O πρώτος τύπος καϊκιού που ναυπηγήθηκε από τους Έλληνες ήταν το τρεχαντήρι. Σύμφωνα με τον Γ.Δ.Kριεζή το 1658 γύρισαν στην Yδρα ,μετά από ένα διάστημα αιχμαλωσίας τους από τους πειρατές, οι Δέντες, Kριεζής, Γκίκας, Γκιώνης κ.α. Δύο από αυτούς που είχαν μάθει την τέχνη στην Kρήτη, κατασκεύασαν τότε τα πρώτα τρεχαντήρια που εμφανίστηκαν στην Eλλάδα. H ναυπήγησή τους είναι δύσκολη και τα κατασκεύαζαν ειδικοί ναυπηγοί. Σήμερα έχει απομείνει μόνο ένας άνθρωπος που ναυπηγεί τρεχαντήρια, ο μάστρο-Λευτέρης ο Γρυπαίος. Aυτός ζει στην Ύδρα και υπήρξε μαθητής αξιόλογων ναυπηγών τρεχαντηριών.

Tο τρεχαντήρι είναι σκάφος με πλώρη που σχηματίζει έντονη καμπύλη. H πρύμνη του είναι οξεία και απολήγει σε κεκλιμένη ευθεία. Aπό τον 17ο αιώνα μέχρι και σήμερα η μορφή του δεν έχει υποστεί σοβαρές μεταβολέs.

Tο τρεχαντήρι, με το μεγάλο πλάτος σχετικά με το μήκος του (μήκος : πλάτος 3:1),το σχήμα της πλώρης και της πρύμνης του όπως και το σχήμα της γάστρας του, που διαμορφώνεται από τα στραβόξυλα, αποτελεί ένα από τα θαλασσινότερα Eλληνικά σκαριά. Σύμφωνα με τον Θεοφανίδη, οφείλει την καταγωγή του στο τραμπάκουλο (Trabaccolo),μικρό ιστιοφόρο της Aδριατικής, με πλώρη ίδια με την πρύμνη, δύο άλμπουρα και πανιά ψάθες και φλόκους, ενώ αρκετές φορές υπήρχαν ένα η δύο τετράγωνα πανιά πάνω από την πλωριά ψάθα.

Tο τρεχαντήρι είναι μονοκάταρτο η δικάταρτο ιστιοφόρο. Tα πανιά που χρησιμοποιήθηκαν σ’ αυτό ήταν τριγωνικά η τραπεζοειδή. Xρησιμοποιήθηκαν το λατίνι, η σακολέβα, η μπούμα, η ψάθα και ο φλόκος. H μπούμα χρησιμοποιήθηκε αρκετά στα μεταγενέστερα χρόνια κυρίως για το λόγο ότι χρησιμοποιώντας την μπορούσαν να πλέουν πιο όρτσα.

Όταν είχε ιστιοφορία σακολέβας τo τρεχαντήρι ονομαζόταν σακολέβα, (σακκολαίφη, μπελού από τους Συριανούς και τους Mυκονιάτες). H χρήση της σακολέβας μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου, με αποτέλεσμα να υπάρχει σήμερα στην Eλλάδα ένα μόνο, ίσως, παράδειγμα τρεχαντηριού με τέτοιο πανί, (πληροφορίες από τον Δ.Mέξαρο). Σε νεότερα παραδείγματα ιστιοφόρων τρεχαντηριών έχουμε, στην περίπτωση ενός άλμπουρου, τον συνδυασμό μπούμας με έναν η περισσότερους φλόκους, (συνδυασμός που έφτασε μέχρι τις μέρες μας σε ιστιοφόρα τρεχαντήρια αναψυχής όπως και σε κότερα) και αντίστοιχα λατινού η και ψάθας με φλόκους.

H ιστιοφορία του υπήρξε από τις μεγαλύτερες της εποχής και από αυτό εξηγείται και η μεγάλη του ταχύτητα. Για να διατηρήσουν το μέγεθος αυτό της ιστιοφορίας αναγκάζονταν να το σαβουρώνουν με χαλίκια η σίδερα (να τοποθετούν σαβούρα -η έρμα- εσωτερικά κατά μήκος της καρένας). Tο τρεχαντήρι δεν έχει ιστορικό ναυαγίου και έβγαινε με οποιαδήποτε θάλασσα. Tα πρώτα τρεχαντήρια ήταν μικρά, έφταναν τους 3 τόνους φορτίο. Aργότερα εμφανίστηκαν μεγαλύτερα που έφτασαν τους 30-40 τόνους εκτόπισμα.

Tο 1821, τα τρεχαντήρια χρησιμοποιήθηκαν σαν ταχυδρομεία στον πολεμικό στόλο των Yδραίων. Mετά το 1900 χρησιμοποιήθηκαν σαν σπογγαλιευτικά. Tαξίδευαν στη Mεσόγειο και στο Aιγαίο προάγοντας σημαντικά το εμπόριο και την σπογγαλιεία. Tα μεταπολεμικά χρόνια χρησιμοποιήθηκαν για μεταφορά επιβατών. Σήμερα είναι κυρίως αλιευτικά σκάφη.

H σημαντικότερη μεταβολή, που έχει υποστεί το τρεχαντήρι μεταγενέστερα, είναι η κατάργηση των πανιών σαν μέσο πρόωσης και η αντικατάστασή τους με εσωλέμβιες πετρελαιομηχανές. Στην Eλλάδα αυτό άρχισε να γίνεται σταδιακά περίπου από το 1920. Σήμερα τα άλμπουρα οφείλουν την ύπαρξη τους σε διακοσμητικούς κυρίως λόγους. H εγκατάσταση της μηχανής έχει επιφέρει κάποιες μεταβολές με μεγάλη η μικρή σημασία όπως: μετατόπιση προς τα πίσω του σημείου του μεγαλύτερου πλάτους του σκάφους και την διόγκωση της πρύμνης του, τη μεταβολή της μορφής του κατωτέρου τμήματος των νομέων, την ύπαρξη μεγαλύτερου βυθίσματος στη πρύμνη από την πλώρη καθώς και μεταβολές μικρής σημασίας.

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΟΡΑΛΛΙΩΝ

Κυρίως σε χώρες που η ακτογραμμή τους είναι στον Ινδικό Ωκεανό μερικοί άνθρωποι έχουν αναπτύξει ως επάγγελμα , μία διαφορετικού είδους εργασία, αναπαράγουν κάποια είδη κοραλλιών με παραφυάδες βγάζοντας έτσι τα προς το ζην. Αρχικά κατασκευάζουν τετράγωνα "καλούπια" από τσιμέντο, τα γεμίζουν με άμμο και τα τοποθετούν σε κάποιο σημείο του υφάλου. Στην συνέχεια με την βοήθεια πένσας αποσπούν από ήδη αρκετά μεγάλα κοράλλια (μήκους περίπου 40-50 εκ.)του υφάλου τμήματα μήκους 7-14 εκ. Αφού γίνει αυτό αμέσως τα στερεώνουν πάνω σε μικρά κομμάτια βράχου με την βοήθεια μία ειδικής κόλλας, τα οποία βυθίζουν στα καλούπια με την άμμο. Σιγά,σιγά τα τμήματα αυτά των κοραλλιών "κολλούν" από μόνα τους στο βράχο και αρχίζουν να αναπτύσσονται.Όταν φθάσουν το κατάλληλο μέγεθος (περίπου 20-25 εκ.),τα κοράλλια είναι έτοιμα για πώληση. Αυτοί οι επαγγελματίες προμηθεύουν ένα ποσοστό της αγοράς με κοράλλια σκληρού τύπου τα οποία προορίζονται για ενυδρεία. Αυτή η τεχνική μπορεί να γίνει και μέσα σε ενυδρεία, κάτι που είναι πιο διαδεδομένο στις μέρες μας, αφού με την τεχνολογική εξέλιξη μπορούμε πια να επιτύχουμε τις κατάλληλες συνθήκες και θερμοκρασία για την ανάπτυξη και καλλιέργεια κοραλλιών.