Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

ΧΕΡΣΟΒΙΟΙ      ΚΑΒΟΥΡΕΣ
Το Νησί των Χριστουγέννων, μια σχεδόν αδιόρατη κουκκίδα στον Ινδικό Ωκεανό, βρίσκεται 350 χλμ. βόρεια της Ιάβας. Κάθε Νοέμβριο, όταν οι μουσώνες σκοτεινιάζουν τον ουρανό και η υγρασία μουλιάζει τη γη, το νησί βάφεται κόκκινο και πάλλεται στο ρυθμό των εκατομμυρίων πλασμάτων που είναι αποφασισμένα να κάνουν μια μετανάστευση η οποία πιθανότατα θα αποβεί μοιραία.
ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Οι θρυλικοί χερσόβιοι κόκκινοι κάβουρες του Νησιού των Χριστουγέννων ζουν μοναχικά σχεδόν όλο το χρόνο, στα δάση της βροχής στο κεντρικό οροπέδιο του νησιού. Σαρώνουν το έδαφος σαν ηλεκτρικές σκούπες, καταβροχθίζοντας τα πεσμένα φύλλα, τα άνθη και τα δενδρύλλια. Τα αποφάγια τους δρουν ως λίπασμα, ανακυκλώνοντας τις θρεπτικές ουσίες, ενώ οι φωλιές τους βοηθούν στην αναζωογόνηση και στον αερισμό του εδάφους. Καθώς η εποχή της ξηρασίας αντλεί την πολύτιμη για την επιβίωσή τους υγρασία από τον αέρα, οι κάβουρες τρυπώνουν σε μοναχικές φωλιές, τις οποίες σφραγίζουν με πολλά φύλλα ώστε να παγιδέψουν στο εσωτερικό την υγρασία. Εκεί μένουν δύο ή τρεις μήνες.
Με τις πρώτες σταγόνες της βροχής, στα τέλη Οκτωβρίου ή Νοεμβρίου, ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια και ξεκινούν την ετήσια πορεία τους προς την θάλασσα. Οι βροχές πυροδοτούν την επιθυμία τους για μετανάστευση, αλλά και οι ορμόνες παίζουν το ρόλο τους. Με την επικείμενη σκληρή δοκιμασία της μετανάστευσης, οι χερσόβιοι κάβουρες χρειάζονται όλη τους την ενέργεια.
Αφού περάσουν τις ασβεστολιθικές αναβαθμίδες που κυκλώνουν το κεντρικό οροπέδιο και κάνουν το νησί να μοιάζει με τούρτα, κατευθύνονται προς τις παράλιες αναβαθμίδες κατά μήκος της βορειοδυτικής ακτής, αρκετά χιλιόμετρα και 200 μ. χαμηλότερα. Δεν έχει διασαφηνιστεί τι είναι αυτό που τους καθοδηγεί, ωστόσο οι επιστήμονες πιστεύουν ότι πρόκειται για οπτικά ερεθίσματα και για μια διαδρομή γνωστή από το παρελθόν. Επίσης, ισχυρίζονται ότι παίζει κάποιο ρόλο το πολωμένο φως, καθώς και οι δέκτες μαγνητικού πεδίου που διαθέτουν.
Τα μεγαλόσωμα αρσενικά προπορεύονται. Τα μεγαλύτερα σε ηλικία γνωρίζουν το συντομότερο δρόμο προς τη θάλασσα, προς τις ακτές που γεννήθηκαν. Διαγράφουν την πορεία τους τις ώρες της ημέρας που έχει δροσιά, το πρωί και αργά το απόγευμα. Η ζέστη είναι ο μεγαλύτερός τους εχθρός, καθώς τους αφυδατώνει. Ενστικτωδώς λοιπόν την αποφεύγουν, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να αντιμετωπίσουν τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά, αν και υπάρχουν ταμπέλες που δηλώνουν τη διαδρομή των καβουριών και έχουν κατασκευαστεί σήραγγες γι’ αυτά κάτω από τους δρόμους κατά μήκος της διαδρομής που ακολουθούν. Οι παίκτες του γκολφ στα τοπικά γήπεδα γνωρίζουν επίσης ότι τα κόκκινα μαλακόστρακα έχουν δικαίωμα να περάσουν από εκεί.
 Μεγαλύτερος κίνδυνος όμως για τους χερσόβιους κάβουρες είναι τα κίτρινα μυρμήγκια (Anoplolepis gracilipes) – ιθαγενές είδος της Αφρικής που εισήχθη σε κάποια νησιά του Ειρηνικού. Αδίστακτοι και μεθοδικοί δολοφόνοι, τα μυρμήγκια ψεκάζουν μυρμηκικό οξύ στα μάτια και στην στοματική κοιλότητα των καβουριών και μετά επιτίθενται μαζικά. Ωστόσο, δεν τρέφονται μόνο με κάβουρες. Καθώς είναι κοινωνικά ζώα, συνεργάζονται, σχηματίζουν υπεραποικίες, και επιτίθενται και σε μεγαλύτερα ζώα. Οι χερσόβιοι κάβουρες δεν είναι ισάξιοι αντίπαλοί τους, αφού μέσα σε τρεις δεκαετίες έχουν αποδεκατίσει τον πληθυσμό τους.
Τα μυρμήγκια, εκτός του ότι πλήττουν τον πληθυσμό των καβουριών, επηρεάζουν και το οικοσύστημα του νησιού. Πιάνουν και έντομα της οικογένειας Coccoidea που ζουν στο δάσος της βροχής, τα προστατεύουν και τρέφονται με τις μελιτώδεις εκκρίσεις τους. Η αύξηση του πληθυσμού και η διαβίωση των εντόμων στις φωλιές των μυρμηγκιών ενισχύει την ανάπτυξη της μούχλας στις ρίζες, που με τη σειρά της οδηγεί στο θάνατο των δέντρων. Και οι χερσόβιοι κάβουρες όμως κάνουν κακό στο δάσος, καθώς απομυζούν τα νεαρά φυτά που θα αναγεννιούνταν και θα αποτελούσαν τη χαμηλή βλάστηση. Χάρη στα επιθετικά μυρμήγκια το δάσος, μπορεί να ωφελείται από τη μείωση του αριθμού των καβουριών, ωστόσο τα οικοσυστήματα είναι περίπλοκοι οργανισμοί. Όταν η ισορροπία τους διαταράσσεται, οι συνέπειες είναι αδύνατον να προβλεφθούν.
Εν τω μεταξύ, οι χερσόβιοι κάβουρες συνεχίζουν το μακρύ ταξίδι τους προς την θάλασσα. Οι περισσότεροι διανύουν λιγότερα  από 800 μ. τη μέρα, αλλά η ταχύτητά τους εξαρτάται από τις βροχές. Όταν οι μουσώνες έρχονται στην ώρα τους, τότε οι κάβουρες κινούνται με πιο χαλαρό ρυθμό και στην διαδρομή τρώνε κιόλας. Όταν όμως οι βροχές καθυστερούν, το οδοιπορικό τους γίνεται αγώνας ταχύτητας προς την θάλασσα. Χωρίς τις δυνατές βροχοπτώσεις, πεθαίνουν από αφυδάτωση και εξάντληση πριν φτάσουν στην ακτή.
Υπό ιδανικές συνθήκες, τα πρώτα αρσενικά χρειάζονται μια βδομάδα για να φτάσουν στις παραλιακές αναβαθμίδες. Το πρώτο πράγμα που κάνουν είναι να πάνε προς τη θάλασσα για αν απολαύσουν την αναζωογονητική υγρασία και το αλάτι από τα κύματα, τις παλιρροϊκές λιμνούλες, την υγρή άμμο και τα βράχια. Μετά επιστρέφουν στις αναβαθμίδες, όπου σκάβουν με μανία τις φωλιές για το ζευγάρωμα, μερικές φορές πολύ κοντά τη μία στην άλλη. Η μάχη για την επικράτεια μπορεί να είναι βίαιη, ακόμη και θανάσιμη. Έπειτα από κάνα δυο μέρες τα θηλυκά καταφθάνουν και ζευγαρώνουν με τα αρσενικά.
Όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία του ζευγαρώματος, τα αρσενικά αφήνουν τις φωλιές και ξεκινούν την αντίστροφη μετανάστευση, προς το δασωμένο κέντρο του νησιού. Τα θηλυκά παραμένουν στη φωλιά τους και τρεις μέρες μετά το ζευγάρωμα καθένα από αυτά γεννά περίπου 100.000 αυγά. Τις επόμενες 12 μέρες παραμένουν στην προστατευτική υγρασία της φωλιάς, καθώς τα αυγά ωριμάζουν στο γεννητικό σάκο τους.
Μία με δύο μέρες κατά το τελευταίο τέταρτο της Σελήνης τα «κυοφορούντα» θηλυκά βγαίνουν στην επιφάνεια. Η μετανάστευση των χερσόβιων καβουριών είναι συγχρονισμένη με αυτή τη φάση της Σελήνης, κατά την οποία η στάθμη της θάλασσας αυξομειώνεται ελάχιστα μεταξύ πλημμυρίδας και άμπωτης. Στα λιγοστά σκιερά σημεία πάνω από την ακτογραμμή τα θηλυκά στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο, σχηματίζοντας κατακόκκινα βουνά που εκπέμπουν έναν απόκοσμο ήχο. Τη νύχτα ξεκινά η τελική πορεία προς την θάλασσα, που κορυφώνεται με μια απερίσκεπτη εφόρμηση στο κύμα. Σαν να χορεύουν σε σχηματισμό ζιγκ-ζαγκ και κάμπτοντας την κοιλία για να σπάσουν τον σάκο με τα αυγά, απελευθερώνουν μάζες από μικροσκοπικές προνύμφες στον ωκεανό. Αυτό συνεχίζεται για πέντε ή έξι μέρες. Ορισμένα θηλυκά προσπαθούν να απελευθερώσουν τα αυγά τους από βράχια ύψους 6 μ. πάνω από τη θάλασσα. Κάποια επιτυγχάνουν αυτόν τον επικίνδυνο ελιγμό, ενώ άλλα χάνουν τη ζωή τους.
Αυτή είναι μόνο μία από τις τραγικές συνέπειες αυτής της συχνά μοιραίας μετανάστευσης. Φαλαινοκαρχαρίες, σαλάχια μάντα και άλλα ψάρια καταβροχθίζουν τις κόκκινες προνύμφες καθώς η παλίρροια και το κύμα τις παρασύρουν στη θάλασσα. Οι προνύμφες πρέπει να επιβιώσουν 25 ημέρες στον ωκεανό μέχρι να φτάσουν στο στάδιο της μεγαλόπης, κατά το οποίο θα μοιάζουν με μικροσκοπικές γαρίδες με μεγάλα μάτια. Αν τα καταφέρουν, θα επιστρέψουν στο νησί, θα παραμείνουν μία με δύο μέρες κοντά στην ακτή και θα μεταμορφωθούν σε μικροσκοπικούς κάβουρες.
Τελικά, οι μικροσκοπικοί επιζήσαντες, διαμέτρου μισού εκατοστού, βγαίνουν από τη θάλασσα. Τις περισσότερες χρονιές όμως δεν υπάρχουν επιζήσαντες και η επίπονη διαδικασία της μετανάστευσης αποδεικνύεται μάταιη. Ωστόσο, κάθε ένα με δύο χρόνια, σε διάστημα μιας δεκαετίας, εκατομμύρια μικροσκοπικά καβούρια καταφέρνουν να φτάσουν στη στεριά. Ο αριθμός τους είναι αρκετός για να διασφαλιστεί η επιβίωση του είδους-αν φυσικά οι ερωδιοί και οι τσίχλες, η κλιματική αλλαγή, τα κίτρινα μυρμήγκια και οι ανθρώπινες δραστηριότητες δεν ανακόψουν οριστικά την πορεία τους προς την θάλασσα.



Τα κόκκινα καβούρια του Νησιού των Χριστουγέννων

Κίτρινα μυρμήγκια (Anoplolepis gracilipes)
ο κύριος εχθρός των κόκκινων καβουριών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου